- Καλό καιρό έχει σήμερα
- Ναι!
- Αύριο τι καιρό θα κάνει?
-Τον ίδιο.
- Καλή φάση.
Όμορφος Άντρας ο Στέφανος.
Κοσμογυρισμένος,
με γκρίζο μαλλί που πρόδιδε την ωριμότητα του.
Δημόσιες σχέσεις στο επάγγελμα.
Τρύπωνε σε δεξιώσεις και με το μαγικό του φαλλικό ραβδάκι
Γέμιζε την μνήμη του κινητού του.
Μοναχικός άνθρωπος ο Στέφανος.
Μεγάλο ταλέντο στο να μακιγιάρει την θλίψη
με την κοινωνικότητα του.
Μιλούσε για το τίποτα,
ενώ δεν ήξερε τίποτα.
Το πλάσαρε όμως τόσο καλά που όλοι νόμιζαν πως μιλάει για τα πάντα.
Στόχοι, στατιστικές, ατακες, υπερβολές.
- Τι άλλα;
- Τα ίδια μωρέ.
- Τι νέα;
- Όπως τα ξέρεις.
Παράξενη γυναίκα η Ασταρτη.
παιδί κατα βάθος, που ζητούσε αγκαλιά.
Συντονίστρια του φόβου της.
Ειδικότητα που απλόχερα της χάρισαν.
Πανέμορφη γυναίκα η Ασταρτη
Όλοι οι άντρες στα πόδια της,
Αλλά όχι για αυτήν.
Την βιτρινα τους και την μόστρα τους ήθελαν να φτιάξουν.
ΔΕΝ
- Που είσαι εσύ;
- Τρέχω!
- Ασ' τα να πάνε…κι εγώ.
- Χάρηκα που σε είδα.
- Κανόνισε να πάμε για καφεδάκι.
- Ναι ρε, στανταρ!
Ο Στέφανος ερωτεύτηκε την Ασταρτη πριν από καποτε.
Η Ασταρτη κόλλησε με τον μύθο του Στέφανου.
Είναι αυτά τα καλοκαίρια που μοιάζουν
με επικυρωμένα εισιτήρια στις τσέπες μας.
Είναι αυτοί οι διάλογοι που λέγονται για να ειπωθούν.
Ο Στέφανος είχε να πει τόσα πολλά
που χάθηκε στις σκέψεις του
κι έφυγε.
Δεν το είπε πουθενά.
Τράβηξε για τις εκπλήξεις της τύχης του.
Η Ασταρτη δε μίλησε.
Δεν είχε μάθει να ζητάει.
Πάντα, τα πάντα τα είχε στα πόδια της
από τους ανασφαλείς εραστές της.
Πήρε αγκαλιά το μπλέξιμο της και σκεπάστηκε με το σεντόνι της.
Τόσο αταίριαστο
- Τι κάνεις;
- Καλά είμαι.
- Καλή φάση.
- Εσύ;
- Μια χαρά!
- Τι θα κάνεις το Καλοκαίρι;
- Δεν ξέρω. Εσύ;
- Ιδέα δεν έχω.
- Τα λεμε.
- Ναι ρε…τα λεμε!
Καλό βράδυ Στέφανε.
Καλό ξημέρωμα Ασταρτη.
Ίσως κάποτε, κάπου, κάπως
Να σας ξαναδώ.
Πιο ευτυχισμένους από τώρα.
Πιο έτοιμους για τις μεγάλες χαρές.
Εσύ φίλε να λες όσα νιώθεις
κι εσύ ομορφούλα να μην φοβάσαι τα φιλιά
Να είναι όμορφα τα ταξίδια που θα σκαρώσετε.
Εγώ λέω να μείνω εδώ…
Να κοιτάζω από το μικρό μου κελί τις θάλασσες
και να ζωγραφίζω με κιμωλίες, ορίζοντες στους τοίχους.
Και τσουπ…να περνάω στη διάσταση της φαντασίας μου.
Και μετά επιστροφή στην πραγματικότητα…
Έξω από το κελί αυτή τη φορά,
Να τρέχω στους λόφους που ο ήλιος χαϊδεύει το άπλετο γρασίδι.
Να γνωρίζω, ανθρώπους…
Καλοκαιρινές μορφές...
Θα συστηνόμαστε
και όταν παύουμε να τα βρίσκουμε
θα τραβάμε ο καθένας το μονοπάτι του
γεμάτοι με τις όμορφες εικόνες αυτής της συνάντησης.
Θα περπατώ… και θα βγαίνω εδώ!

